μονοβασικός


μονοβασικός
-ή, -ό
χημ. όρος που χρησιμοποιείται στη χημεία για να χαρακτηρίσει τα βασικά άλατα που περιέχουν μία μόνο ρίζα υδροξυλίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. monobasique (< μον(ο)-* + βασικός). Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Γ. Α. Κριν].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μον(ο)- — (ΑΜ μον[ο] , Α ιων. μουν[ο] ) α συνθετικό πολλών λ. τής Ελληνικής που ανάγεται στο επίθετο μόνος* (ιων. μοῡνος) και έχει την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό: α) είναι ένα και μοναδικό ή έχει απομείνει μόνο ένα (μονοσύλλαβος,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.